Τους τρεις άξονες του
προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ ανέπτυξε από την Κομοτηνή ο Χρήστος Λάσκος μέλος της
Πολιτικής Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ. «Είναι αδύνατο να υπάρξει μια στοιχειώδης
βελτίωση στη χώρα μας αν δεν γίνει ριζική αναδιανομή εισοδήματος», ανέφερε και
σημείωσε ότι «την κρίση θα πρέπει να την πληρώσουν οι πλούσιοι».
Παράλληλα, τόνισε ότι είναι
αδύνατο να ανατάξει η οικονομία αν δεν υπάρχει δημόσιο τραπεζικό σύστημα με
κοινωνικό και εργατικό έλεγχο για να υπάρξει αναγκαία χρηματοδότηση.
Αναφερόμενος ο κ. Λάσκος στο
Μνημόνιο τόνισε ότι «με κυβέρνηση της Αριστεράς το Μνημόνιο πέθανε», όπως εξήγησε
η ακύρωση είναι αυτό που θα συμβεί και σημείωσε «αν δεν τελειώνουμε με το
Μνημόνιο, θα σε τελειώσει το Μνημόνιο». Χαρακτήρισε δε την ελληνική πολιτική
ελίτ «ψοφοδεής» και ως τη «χειρότερη της Ευρώπης».

Ας υποθέσουμε ότι μετά την κρίση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης την δεκαετία του 80, στις ελεύθερες εκλογές που ακολούθησαν, τα κόμματα που υποστήριζαν το σύστημα της ανοιχτής οικονομίας και της ελεύθερης αγοράς δεν έπαιρναν πάνω από 30% -ενώ αντίθετα τα κόμματα που υποστήριζαν το κομμουνιστικό καθεστώς έπαιρναν περίπου 70%. Θα μιλούσαμε σε αυτή την περίπτωση για «κρίση του συστήματος»; Δεν θα λέγαμε μάλλον ότι επικράτησαν οι κομμουνιστικές δυνάμεις και ότι το σύστημα δεν αντιμετωπίζει καμία κρίση;
ΑπάντησηΔιαγραφήΣτην Ελλάδα σήμερα και εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης που έχει βιώσει η χώρα μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο οι δυνάμεις που πρεσβεύουν την καταστροφή της οικονομίας της αγοράς και των θεσμών της ατομικής ιδιοκτησίας και της επιχειρηματικότητας από κοινού δεν πήραν πάνω από 30% (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Ανταρσια). Οποιοσδήποτε αντικειμενικός αναλυτής θα θεωρούσε ότι τα εκλογικά αυτά αποτελέσματα αποτελούν ένα κόλαφο για όλους αυτούς που υποστηρίζουν με κάθε σοβαρότητα ότι «το σύστημα πάσχει από κρίση νομιμοποίησης». Όπως μία εκλογική παρουσία της τάξης του 30% των αντικομμουνιστικών δυνάμεων στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης κατά την διάρκεια της κρίσης του κομμουνισμού θα αποτελούσε κόλαφο για όλους όσους πρέσβευαν την αλλαγή του συστήματος, έτσι και μία παρουσία στα ίδια επίπεδα των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων στην σημερινή Ελλάδα της κρίσης αποτελεί ένα εξ ίσου μεγάλο φιάσκο για αυτές.
Όμως δυστυχώς αυτή η πτυχή δεν τονίζεται όσο πρέπει με αποτέλεσμα οι αστικές δυνάμεις να παραμένουν ιδεολογικά κατακερματισμένες και κατά συνέπεια εύκολη λεία για τους παλαιοκομμουνιστές τους ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ. Είναι τραγικό π.χ. να βλέπεις ένα κόμμα όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες να έχει μεταβληθεί σε φερέφωνο του ΣΥΡΙΖΑ και στην ουσία να το συνδράμουν στον ανήλεο αγώνα που έχει εξαπολύσει εναντίον των θεσμών της ελεύθερης οικονομίας. Είναι εξ ίσου θλιβερό να βλέπεις το ΠΑΣΟΚ και την ΝΔ να αναλώνονται σε «εξυπνακίστικες» αντιπαραθέσεις αντί να τονίζουν τις «κόκκινες γραμμές» πού χωρίζουν τα δύο αυτά κόμματα από τις δυνάμεις εκείνες πού προωθούν την μετάβαση της Ελλάδας στο καθεστώς της οικονομίας της προσταγής.
Το ερώτημα πλέον που τίθεται σήμερα δεν είναι αν είναι κανείς η όχι υπέρ του «Μνημονίου» η έστω υπέρ της παραμονής η όχι στο ευρώ. Το βαθύτερο ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα παραμείνει μία (με όλες της τις ελλείψεις) ανοιχτή οικονομία, όπως επιθυμεί η συντριπτική πλειοψηφία του λαού η αν θα μεταβεί σε ένα οικονομικό σύστημα που θα χαρακτηρίζεται από την απουσία βασικών αγαθών από τα ράφια, από τις ουρές, την «μαύρη αγορά», τους συναλλαγματικούς ελέγχους, τα δελτία, κλπ- όπως οραματίζονται οι γκαουλάιτερ του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτό είναι το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να θέσουν οι αστικές δυνάμεις στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Θέτοντας μάλιστα αυτό το ερώτημα θα διαπιστώσουν ότι αυτά που τους χωρίζουν από το 30% είναι πολύ περισσότερα απ αυτά που τους χωρίζουν μεταξύ τους.